Συχνές Ερωτήσεις

FAQ

Το ροχαλητό είναι ο ήχος που παράγεται από τις ταλαντώσεις των ιστών της αναπνευστικής οδού, ως αποτέλεσμα μερικής απόφραξης της αναπνευστικής οδού. Συχνά ο σύντροφος αυτού που ροχαλίζει είναι που τον οδηγεί στον ειδικό. Αυτό όμως που οι περισσότεροι δεν γνωρίζουν είναι ότι το ροχαλητό μπορεί να είναι ένδειξη, ότι αυτός ο οποίος ροχαλίζει ίσως πάσχει από υπνική άπνοια. Περισσότεροι από 90% των ατόμων που ροχαλίζουν, δεν έχουν διαγνωστεί ως πάσχοντες. Πρέπει όμως να σημειώσουμε ότι το ροχαλητό δε συνοδεύεται πάντα από άπνοιες, αλλά ούτε και η υπνική άπνοια συνοδεύεται πάντα από ροχαλητό.

Τα ενδοστοματικά προθέματα για τον ύπνο έχουν άριστα αποτελέσματα στο ροχαλητό, είτε αυτό συνοδεύεται από άπνοιες, είτε όχι.

Το σύνδρομο της υπνικής άπνοιας χαρακτηρίζεται από διακοπή της αναπνοής κατά τη διάρκεια του ύπνου η οποία είναι μεγαλύτερη από αυτή που φυσιολογικά διαμεσολαβεί ανάμεσα σε δύο αναπνοές και προσδιορίζεται περίπου ίση με διάρκεια 10 δευτερολέπτων.

H επίπτωση του συνδρόμου της υπνικής άπνοιας κυμαίνεται από 3% έως και 9% στους άντρες και 2 έως 5% στις γυναίκες. Παρουσιάζεται συχνότερα στους άνδρες σε σχέση με τις γυναίκες. Βέβαια, μετά την εμμηνόπαυση η συχνότητα στις γυναίκες αυξάνει σημαντικά και σχεδόν φτάνει εκείνη των ανδρών.

Η πάθηση οφείλεται κατά κύριο λόγο στη στένωση ή απόφραξη στο επίπεδο του φάρυγγα (κύρια στην περιοχή πίσω από την μαλθακή υπερώα και τη γλώσσα). Αυτό οφείλεται στην υπερβολική χαλάρωση των μυών του λαιμού και της γλώσσας κατά τη διάρκεια του ύπνου, οι οποίοι «πέφτουν» προς τα πίσω και αποφράσσουν το φαρυγγικό αυλό- αποφρακτικές άπνοιες.

Πιο σπάνια, το πρόβλημα εντοπίζεται στην κεντρική ρύθμιση της αναπνοής οπότε μιλάμε για κεντρικές άπνοιες. Στην περίπτωση αυτή η αναπνοή διακόπτεται, αλλά οι ανώτερoι αεραγωγoί παραμένουν ανοικτοί.

Οι ασθενείς συχνά παρουσιάζουν ροχαλητό, υπερβολική ημερήσια υπνηλία , ανήσυχο ύπνο, δυσκολία συγκέντρωσης και κόπωση κατά τη διάρκεια της ημέρας. Διαταράσσεται σημαντικά η μνήμη και η ικανότητα συγκέντρωσής τους, ενώ πολύ συχνά παραπονούνται για δυσκολία αφύπνισης και πρωινούς πονοκεφάλους.

Μελαγχολία ή ακόμα και κατάθλιψη, χωρίς σαφές αίτιο σχετιζόμενο με διαπροσωπικές σχέσεις ή και τον εργασιακό χώρο, όπως επίσης και σεξουαλική δυσλειτουργία χωρίς υποκείμενο οργανικό αίτιο, μπορεί να αποτελέσουν συμπτώματα της υπνικής άπνοιας.

Ο κίνδυνος που προκύπτει άμεσα εξαιτίας του συνδρόμου της υπνικής άπνοιας είναι το γεγονός ότι τα άτομα που πάσχουν από αυτό τείνουν να κοιμηθούν στην πρώτη ευκαιρία, είτε υπό συνθήκες που ευνοούν κάτι τέτοιο, π.χ. όταν βλέπουν τηλεόραση, είτε υπό συνθήκες που δεν το ευνοούν, κατά τη διάρκεια της εργασίας ή της οδήγησης. Τα άτομα αυτά δύσκολα μπορούν να αποφύγουν αυτήν τη γρήγορη έλευση του ύπνου, με αποτέλεσμα να γίνονται επικίνδυνα, τόσο για τον ίδιο τον εαυτό τους, όσο και για τους άλλους, όπως για παράδειγμα εάν αυτό συμβεί κατά τη διάρκεια της οδήγησης.

Εκτός αυτού αναπτύσσουν αρτηριακή υπέρταση, καρδιοπάθεια, αναπνευστική ανεπάρκεια, εγκεφαλικό επεισόδιο ή μπορεί να επιδεινωθεί μια προϋπάρχουσα στεφανιαία νόσος.

Οι κύριοι προδιαθεσικοί παράγοντες είναι η παχυσαρκία, το ανδρικό φύλο, οι κρανιοπροσωπικές ανωμαλίες, ανατομικά αποφρακτικά αίτια στον ανώτερο αεραγωγό (υπερτροφικές αμυγδαλές, μακρογλωσσία κ.α.) και η περίοδος μετά την εμμηνόπαυση για τις γυναίκες.

Τον πρώτο λόγο στη διάγνωση του συνδρόμου της υπνικής άπνοιας έχει η λήψη ενός καλού ιστορικού.

Η μοναδική εξέταση η οποία θα επιβεβαιώσει τη διάγνωση είναι η μελέτη ύπνου. Κατ’ αυτήν, ο ασθενής παραμένει για μία τουλάχιστον νύχτα σε ειδικό εργαστήριο/δωμάτιο του νοσοκομείου (Εργαστήριο Μελέτης Ύπνου) όπου, κατά τη διάρκεια του ύπνου του, γίνονται διάφορες μετρήσεις και παρατηρήσεις, όπως ηλεκτροεγκεφαλογράφημα, ηλεκτρομυογράφημα, ηλεκτροκαρδιογράφημα, παρατήρηση των κινήσεων των ματιών, καταγραφή της ροής του αέρα στη μύτη και στο στόμα, παρατήρηση των κινήσεων του θώρακα και της κοιλιάς, των ποδιών και γενικότερα του σώματος κ.ά.

Σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια και σοβαρά παχύσαρκους η άπνοια ύπνου είναι αρκετά συχνότερη. Μετά από εγκεφαλικά επεισόδια η συχνότητα της άπνοιας είναι εξαιρετικά υψηλή, μπορεί δε να αποτελεί το βασικό αίτιο που οδήγησε στο εγκεφαλικό επεισόδιο καθότι δεν το είχε κανείς υποπτευθεί έως τότε. Ασθενέις με χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια επίσης πάσχουν και από άπνοια ύπνου πολύ συχνά. Το ίδιο ισχύει και για ασθενείς με ισχαιμική καρδιακή νόσο ή καρδιακές αρρυθμίες. Μελέτες δείχνουν ότι και παθήσεις του θυρεοειδή αδένα προδιαθέτουν για υπνική άπνοια, καθώς και ασθενείς με κατάθλιψη.

Συχνά συνιστάται η μείωση του σωματικού βάρους (σε περίπτωση παχυσαρκίας), η μεταβολή της θέσης του ύπνου (συνήθως στην ύπτια θέση το πρόβλημα είναι εντονότερο), η αποφυγή αλκοόλ, βραδινού φαγητού και υπνωτικών φαρμάκων.

Η αντιμετώπιση του συνδρόμου της υπνικής άπνοιας γίνεται συχνά με τη χορήγηση συνεχούς ροής αέρα κατευθείαν στη μύτη με τη βοήθεια μιας ειδικής συσκευής (CPAP). Με τη μέθοδο αυτή, ο ασθενής φορά κατά τη διάρκεια του ύπνου μια ειδική μάσκα στη μύτη, μέσω της οποίας παρέχεται αέρας υπό πίεση στις ανώτερες αεροφόρους οδούς.

Τα ενδοστοματικά προθέματα είναι η θεραπεία που σήμερα προτείνεται για τους ασθενείς που έχουν ελαφρά ή μέσης βαρύτητας υπνική άπνοια.

Χειρουργικές επεμβάσεις για την αντιμετώπιση της υπνικής άπνοιας, είτε από ειδικό ωτορινολαρυγγολόγο είτε από ειδικό γναθοχειρουργό γίνονται επίσης, αλλά σε πολύ ειδικά περιστατικά ασθενών.

Τα ενδοστοματικά προθέματα για την αντιμετώπιση του της άπνοιας ύπνου, επιτυγχάνουν στη διεύρυνση του φαρυγγικού σωλήνα, μέσω της τάσης που ασκείται στους μαλακούς ιστούς της περιοχής αποτρέποντας τη χαλάρωσή τους. Τα ενδοστοματικά προθέματα έχουν πολύ καλά αποτελέσματα σε ασθενείς με ελαφρά και μέση άπνοια ύπνου. Σε περιπτώσεις που η άπνοια οφείλεται στην πρόπτωση της βάσης της γλώσσας ή στο δυσανάλογο μεγάλο μέγεθος της γλώσσας, τα ενδοστοματικά προθέματα έχουν θεαματικά αποτελέσματα.

Η εφαρμογή τους περιορίζεται εντός της στοματικής κοιλότητας, κάτι που τα κάνει εύκολα στη χρήση και ανεκτά από τους ασθενείς. Επίσης είναι πολύ πρακτικά για ασθενείς που ταξιδεύουν πολύ ή μετακινούνται συχνά.

Οι παρενέργειες τους είναι λίγες και μετά από χρήση 2 εβδομάδων εξαφανίζονται.